0051 διαπραγμάτευση





Χτες το βράδυ δεν κοιμήθηκε καλά…
Είχε ν’ αντιμετωπίσει τα φαντάσματα των κουνουπιών που σκότωσε. Ήταν αμείλικτα και εκδικητικά. Έκαναν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στο αυτί του. Το χρησιμοποιούσαν σα χωνί για να βροντοφωνάξουν για του κόσμου το άδικο και την άτιμη την κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους γκρεμίζει στα Τάρταρα.
Η φωνή τους μονότονη και διαπεραστική στροβιλίζονταν στις σπείρες του λαβυρίνθου του αυτιού του αποκτώντας όλο και μεγαλύτερη επιτάχυνση και  στο τέλος έσκαγε με γδούπο στο εσωτερικό του κρανίου του χτυπώντας με δύναμη στα τοιχώματά του, κάνοντας το φλιπεράκι του μυαλού του να πιάνει υψηλά σκορ.
Σηκώθηκε κι άναψε το φως, τίναξε τα σκεπάσματα, κούνησε τις κουρτίνες, έψαξε εξονυχιστικά όλο το δωμάτιο, δε βρήκε τίποτε και ξαναξάπλωσε.  Κάθε φορά που πήγαινε να χαλαρώσει για να τον πάρει ο ύπνος, τα στίφη των αδικοχαμένων κουνουπιών έκαναν την εμφάνισή τους υψώνοντας τον τόνο της φωνής τους.
Ήταν η τρίτη νύχτα στη σειρά που περνούσε τη διαδικασία της αγρύπνιας και τα νεύρα του κόντευαν να σπάσουν. Ήταν η νύχτα που άρχισε να σκέφτεται κατά πόσο η φαντασία του είχε εισβάλει στην πραγματικότητα και τι σκοπούς εξυπηρετούσε αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι το τελευταίο διάστημα είχε πολλά προβλήματα τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον προσωπικό χώρο. Τα χρήματα από την τελευταία μεγάλη δουλειά είχαν ήδη εξαντληθεί προ  πολλού και αυτό το  διάστημα τα περνούσε έχοντας πρόσωπο στην αγορά. Το μυαλό του δεμένο κουβάρι του επέτρεπε μόνο τις σκέψεις πρώτης ανάγκης και μπλοκάριζε οτιδήποτε θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για τις εγκεφαλικές ασφάλειες οι οποίες ομολογουμένως είχαν γίνει τελευταία πολύ ευαίσθητες. Έπρεπε όμως να ασχοληθεί άμεσα με το πρόβλημα των κουνουπιών, γιατί οι λίγες ώρες νυχτερινού ύπνου του ήταν απαραίτητες.